Here we go again…

Όχι άλλο Πλιάτσικα…

Μπορείτε να κατονομάσετε άμεσα πέντε σπουδαία ελληνικά τραγούδια που ακούσατε τα τελευταία πέντε χρόνια;

Το περιβάλλον ήταν χαλαρό, οι φίλοι αγαπημένοι, το κρασί μέτριο αλλά ρέον και η διάθεση θερινή. Σε αυτό το κλίμα, η πρόκληση του φίλου ―λάτρη και γνώστη της μουσικής― φαινόταν απλή: «Πες πέντε σπουδαία ελληνικά τραγούδια που άκουσες τα τελευταία χρόνια». Το μυαλό μου κόλλησε. Δε μου ερχόταν ούτε ένα. Διευκρινίζω: δε ζώ κλεισμένη σε κάποια σπηλιά, μακριά από ραδιόφωνα, δισκάδικα και διαδίκτυο. Και ραδιόφωνο ακούω, και cd αγοράζω ―αν και σπανιότερα πλέον― και μουσικές «κατεβάζω» (ναι, και νόμιμα, μέσω iTunes και emusic). Ξένες, όμως: αγγλόφωνες, ισπανόφωνες, αφρικάνικες. Κόλλησα, όμως. Τίποτε. Ζιπ.

Άξια λόγου ελληνική παραγωγή της τελευταίας πενταετίας; Δεκαετίας; Ο νέος «Μεγάλος Ερωτικός», η «Ιθαγένεια», το «Άξιον Εστί», ο «Μπάλλος», το «Ρεμπέτικο»; Άφαντα. Οι μεγάλοι «έντεχνοι» ούτε αντικαταστάθηκαν από μια νεότερη γενιά, ούτε παράγουν «ποιότητα». Που είναι οι πρόσφατοι δίσκοι του Θεοδωράκη, του Ξαρχάκου, του Μαρκόπουλου ή όποιου άλλου, οι οποίοι θα άξιζαν να ονομαστούν κλασσικοί; Που είναι, έστω, τα νέα «Ζεστά Ποτά», το νέο «Ρίσκο»; Που είναι σύγχρονοι δίσκοι αντίστοιχης σημασίας (καλλιτεχνικής και συμβολικής) με τους «Τρύπες», «Εν Πλώ», «Μάσκες Ηλίου», «Ντισκολάτα»; Ακόμα και οι αξιόλογες δουλειές του Θανάση Παπακωνσταντίνου, η «Ανδρομέδα» και ο «Προφήτης» έρχονται πρώτα στο νου, μετράνε ήδη πάνω από δέκα χρόνια. Ίσως στο περιθώριο της δισκογραφίας να μπορεί ακόμη κανείς να βρεί σημαντικούς δίσκους, αλλά αυτό είναι ακριβώς το θέμα: παλιά δεν τους έβρισκες μόνο στο περιθώριο. Ακόμα και αν δεν έκαναν τρανταχτή επιτυχία και «δέκα χιλιάδαι δίσκοι», ακόμα και αν επισκιάζονταν από τα εφήμερα «σουξέ», υπήρχαν, συζητούνταν και έδιναν την ελληνική πτυχή, το ελληνικό αστικό σάουντρακ.

Το ψάρι φαίνεται να βρωμάει από το δημιουργικό κεφάλι. Όταν η κυκλοφορία ενός δίσκου αποτελούσε κατόρθωμα (και, για κέρδη, ούτε λόγος), η μουσική παιδεία, η δισκογραφική εξέλιξη και το «ψάξιμο» αντιμετωπίζονταν συνήθως ως πολυτέλεια. Γι’ αυτό εδώ και 40 έτη θεωρούνται ακόμα κορυφές της εγχώριας ροκ παραγωγής ο Πουλικάκος, ο Σιδηρόπουλος και οι Socrates (άντε, να προστέθηκαν έκτοτε οι Τρύπες και τα Σπαθιά). Οι οποίοι, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, όσο και να τους αγαπάμε – και τους αγαπάμε πολύ- και όσο και να μας σημάδεψαν, με τα στάνταρντς της διεθνούς δισκογραφίας μουσικά ουδέποτε πέτυχαν κάτι σπουδαίο. Οι περισσότεροι απλά μετέφεραν, με καθυστέρηση δεκαετίας και βάλε, ό,τι παίζονταν έξω, στο πιο ψόφιο του. Στο τσακίρ κέφι, δε, θεωρείτο φοβερή «καινοτομία» το να μιξάρουν πρόχειρα κάνα ούτι στον ήχο τους, λες και έτσι πετύχαιναν το συγκερασμό Ανατολής και Δύσης.

Από την άλλη, ούτε το ελληνικό κοινό την έψαχνε πολύ την δουλειά. Ακόμα και οι λίγες δεκάδες χιλιάδες γενναίοι που συντηρούν δισκάδικα και συναυλιακούς χώρους αρκούνται στα εύκολα, στα συνηθισμένα, στα μια από τα ίδια. Και αυτοί είναι οι «προχωρημένοι». Ο πολύς κόσμος καταναλώνει πλαστικά σκυλο-ρέιβ τύπου Βανδή και «Star Academy», φορμαλιστικές εντεχνιές -από ύστερη Αλεξίου έως Αρβανιτάκη- ή τη χιλιοστή πιο ναϊφ επανάληψη των Αδελφών Κατσιμίχα και των Πυξ-Λάξ. Οι δεκαετίες περνούν και το «Όχι άλλο Νταλάρα, Πάριο και Αλεξίου» του Πανούση, δίνει τη θέση του στο «Όχι άλλο Πλιάτσικα», κατά το ευφάνταστο πόστερ στις πορείες του Δεκέμβρη.

Το μόνο καινούργιο προϊόν μαζικής απήχησης που έχει προκύψει τα τελευταία κάμποσα χρόνια, είναι το τέρας του ελληνόφωνου χιπ-χοπ. Είναι το χέβυ-μέταλ της εποχής μας. Για παιδιά και μεγαλύτερα παιδιά με μίνιμουμ μουσικές και στιχουργικές απαιτήσεις, το ελληνόφωνο χιπ-χοπ έχει την μοίρα του ελληνόφωνου ποπ και ροκ τραγουδιού τον τελευταίων χρόνων: είναι, στο μέγα μέρος του, ανέμπνευστο, φτηνιάρικο και αδούλευτο. Ούτε Public Enemy και Beastie Boys αποκτήσαμε, ούτε βέβαια cLOUDDEAD και Prefuse 73 ανεμένονται στο μέλλον μας.

Ευθύνη και βάρος πέφτει μπόλικο και στην εγχώρια μουσική βιομηχανία και τα στελέχη της ―άνθρωποι που άφησαν το χωριό ή το σουβλατζίδικο του πατέρα τους και ανέλαβαν την πώληση δίσκων με το κιλό. Χωρίς ενδιαφέρον για την εκπαίδευση του κοινού ή μεράκι για την παραγωγή πολιτιστικού έργου. Οι περισσότεροι «μάνατζερ» χωρίς μουσική παιδεία. Άρα; Άρα, φθηνές παραγωγές, μηδενικές επενδύσεις σε ενδιαφέροντα σχήματα, όλα τα λεφτά στα πόδια των κακοφωνίξ του σκυλάδικου και των «βάρδων» του έντεχνου. Το Tombstone blues ολοκληρώθηκε με την εξίσωση του μουσικού δίσκου με κυριακάτικο δείγμα δωρεάν εφημερίδας- γεγονός που ενέκρινε και υποβοήθησε η μουσική βιομηχανία, δίνοντας τη χαριστική βολή στην υπόθεση «ελληνική μουσική».

Κάπως έτσι, όσοι απέμειναν να ενδιαφέρονται για την μουσική ως πολιτισμικό προϊόν και παράγοντα κοινωνικοποίησης, ενημερώνονται και κατεβάζουν από το ίντερνετ. Όσο για την σχέση τους με την σύγχρονη ελληνική παραγωγή, περιορίζεται σε ελάχιστα έργα, τα περισσότερα αγγλόφωνα, ουδεμία σχέση έχοντα με ελληνικούς μουσικούς δρόμους ή επιρροές. Παρόλη την αυταρέσκεια μας, ούτε κάτι ελληνικό καταφέραμε να δώσουμε στην ξένη μουσική, ούτε την ξένη μουσική καταφέραμε να εντάξουμε και να αναπτύξουμε στην γλώσσα μας. Φυσικά, ούτε λόγος να ανταγωνιστούμε επί ίσοις όροις τους ξένους στη διεθνή αγορά. Χάρη στον επαρχιωτισμό και τη συμπλεγματική εμμονή των «εχόντων και κατεχόντων» στη μετριότητα, καταφέραμε να είναι πιθανότερο το αμερικανάκι στη Νέα Υόρκη να ακούει Ισλανδική μουσική -Bjork και Sigur Ros- παρά ελληνικό συγκρότημα. Αλλά πάλι, όλοι αυτοί μπορεί να περιμένουν την είσοδο της Ελλάδας στο κλαμπ των πωλήσεων μέσα από τη διεθνή επιτυχία της Μόνικα.

Λαμπρινή Χ. Θωμά

Advertisements

7 responses to “Here we go again…

  1. Αnd then God said:

    Γεννήθηκα στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1967. Μεγάλωσα στο Μενίδι, στα πρώτα μου χρόνια, όπου επέστρεψα αφού πέρασα κάποια χρόνια στα Καμίνια του Πειραιά. Τα υπόλοιπα χρόνια μου μέχρι τώρα τα έζησα σε διάφορα μέρη, στη δυτική μεριά της Αθήνας. Από το 1989 που ιδρύθηκαν οι Πυξ Λαξ αποτελώ μέλος αυτής της μπάντας & μέσα απ’ αυτή τη διαδρομή των 13 χρόνων είχα την τύχη μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά να ζήσω τόσα πολλά ταξίδια της ψυχής & του σώματος που ίσως αλλιώς να μην τα είχα ζήσει. Είμαι αυτοδίδακτος, κακός μουσικός & ασχολήθηκα με τη μουσική για να ελαφρύνει λίγο το βαρύ που υπάρχει γύρω μου. Πιστεύω στη σιωπηλή επανάσταση της πνευματικότητας. Στην επανάσταση των απλών ανθρώπων & της «άτεχνης» αισθητικής τους. Στην επανάσταση της αγάπης απέναντι στο μίσος. Πιστεύω στη στιγμή & την έκπληξη & θα αισθάνομαι τυχερός όσο θα μπορώ να βλέπω, πίνοντας ένα ζεστό καφέ, τα δαχτυλίδια της αυγής.

    Αυτό, λοιπόν, το ζεστό Αυγουστιάτικο βράδυ με το φεγγάρι ολοστρόγγυλο στον αττικό ουρανό ας ταξιδέψουμε σε μια «πόλη χιόνι» έχοντας «ένα αμάξι με φτερά» και ας αναλογιστούμε «τι δεν έμαθε ο Θεός» και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε εμείς για να αλλάξουμε τον κόσμο…

    And we all burst into laughter…

  2. Τουναντίον, σε παρακολουθώ – και τον άλλο, τον κοντό. Η’ ο άλλος είναι ο γκαβός; Ρδεμπεύτηκα… 🙂

    Αφήνω ως άσκηση στους αναγνώστες σας την ανάλυση του «ασχολήθηκα με τη μουσική για να ελαφρύνει λίγο το βαρύ που υπάρχει γύρω μου. Πιστεύω στη σιωπηλή επανάσταση της πνευματικότητας. Στην επανάσταση των απλών ανθρώπων & της «άτεχνης» αισθητικής τους. Στην επανάσταση της αγάπης απέναντι στο μίσος. Πιστεύω στη στιγμή & την έκπληξη».

    Ευτυχώς δεν έχω φάει ακόμη…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s